Editors Picks

Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Οι φρυκτώριες στην Αρχαία Ελλάδα και στο Βυζάντιο

By on 2:08 μ.μ.

Οι Φρυκτωρίες ήταν ειδικά κατασκευασμένοι πύργοι σε κορυφές, πάνω στους οποίους οι πρώτοι διαβιβαστές άναβαν φωτιές με σκοπό την αναμετάδοση οπτικών σημάτων σε μεγάλες αποστάσεις.

Κλασικό παράδειγμα αποτελεί η μετάδοση του μηνύματος της πτώσης της Τροίας από τον Αγαμέμνονα προς τη βασίλισσα Κλυταιμνήστρα (στις Μυκήνες), σε μία μόνο ημέρα.


Σύμφωνα με στοιχεία του Μουσείου Τηλεπικοινωνιών του ΟΤΕ, στην αρχαιότητα λειτούργησαν έξι τουλάχιστον δίκτυα φρυκτωριών, τα περισσότερα των οποίων διέτρεχαν επικοινωνιακές ζεύξεις μεταξύ των νησιών του Αιγαίου Πελάγους. Η μέθοδος των φρυκτωριών χρησιμοποιήθηκε μέχρι και τους Βυζαντινούς χρόνους, για την υλοποίηση της επικοινωνιακής ζεύξης μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινούπολης. Το δίκτυο ακολουθούσε τον άξονα της Εγνατίας Οδού.
Η κατάργησή του σήμανε και το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η σημασία των θέσεων που είχαν επιλεγεί για τις φρυκτωρίες φαίνεται και σήμερα, αφού στις ίδιες θέσεις λειτουργούν σύγχρονοι αναμεταδότες.


Οι αρχαίοι πύργοι στη Σίφνο, ήταν χτισμένοι από τον 6ο έως τον 3ο αιώνα π. Χ. και χρησιμοποιούνταν κυρίως για επικοινωνία. Η συνεχιζόμενη αρχαιολογική έρευνα έχει αναδείξει 76 τέτοια κτίσματα περισσότερα από ένα ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο.
Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Σίφνος κατέχει τα πρωτεία όσον αφορά τη διασπορά οχυρών κατασκευών στην ύπαιθρο. Οι πύργοι αυτοί που είναι όλοι κυκλικοί με μέση εξωτερική διάμετρο περί τα 8 μέτρα, έχουν κατασκευαστεί σε καλλιεργημένες περιοχές, σε κορυφές υψωμάτων ή σε πλαγιές. Συνδέονται με τις ακροπόλεις του νησιού και πιθανότατα χρησίμευαν είτε ως φρυκτωρίες είτε ως φυλάκια είτε, τέλος, ως αποθηκευτικοί χώροι.
Οι φρυκτωρίες στη Σίφνο άρχισαν να κτίζονται μετά την επιδρομή των Σαμίων για να στέλνουν προειδοποιητικά σήματα στις αρχαίες ακροπόλεις. Στα ρωμαϊκά και ενετικά χρόνια άναβαν φωτιές στην κορυφή τους για να προειδοποιούνται οι άνθρωποι ότι έρχονται πειρατές.

Για να μεταδοθεί π.χ. το γράμμα Ξ έπρεπε να ανάψουν στον πρώτο τοίχο 4 πυρσοί και στον δεύτερο τοίχο 3 πυρσοί(τέταρτη στήλη και τρίτη γραμμή). Οι πυρσοί είχαν επάλειψη ρετσινιού ή ακάθαρτου πετρελαίου, που ήταν γνωστό από την τοποθεσία Κερί της Ζακύνθου από όπου και σήμερα αναβλύζει. Ο Αισχύλος μάλιστα αναφέρεται χαρακτηριστικά στο «άγγαρο πυρ» (άσβεστο πυρ) των φρυκτωριών. Ο Πολύβιος εγκωμιάζει αυτόν τον κώδικα επικοινωνίας για την ακρίβεια και απλότητα που παρείχε.

Στο  Βυζάντιο ( 450 μ.Χ.) οι φρυκτωρίες αντικαθίστανται από τις καμινοβίγλες ή καμινοβιγλάτορες (κάμινος-χώρος καύσης και βίγλα-παρατηρητήριο) με τις οποίες αυξήθηκαν η ευκρίνεια και η εμβέλεια του σήματος προσθέτοντας και καθρέφτες.

Τα έτη 829-842 μ. Χ. ο Λέων ο Μαθηματικός ή Φιλόσοφος βελτίωσε το σύστημα αποστολής πληροφοριών των φρυκτωριών  με το <<Ωρονόμιο>>, σύστημα συγχρονισμένο με μηχανικά ρολόγια υποδιαιρεμένα σε αντίστοιχες ώρες και συνδυασμένα με αριθμογραφικό κώδικα των πιο σημαντικών ειδήσεων.
            Ο Λέων δημιούργησε μία αλυσίδα μόλις επτά φρυκτωρικών πύργων – σταθμών, μήκους περίπου δύο χιλιάδων χιλιομέτρων από την Κωνσταντινούπολη ως την Ταρσό της Κιλικίας, τους οποίους και έκτισε στις ψηλότερες κορυφές των οροσειρών που μεσολαβούσαν μεταξύ των δύο πόλεων, ώστε η φωτιά τους να είναι ορατή από πολλά χιλιόμετρα μακριά. Το σύστημα μετέδιδε όχι ένα αλλά δώδεκα διαφορετικά μηνύματα (όπως επιδρομή, νίκη ή ήττα, υποχώρηση του εχθρού, πυρκαγιά, σεισμό ή πλημμύρα κ.α.). Αυτό ήταν δυνατό χάρη σε δύο τέλεια συγχρονισμένα μηχανικά ρολόγια, τοποθετημένα στα δύο άκρα της φρυκτωρικής αλυσίδας, που λειτουργούσαν με βάση μία διαίρεση της ημέρας σε σταθερές ώρες με αντίστοιχα συμφωνημένα 12 μηνύματα. Σε κάθε ώρα αντιστοιχούσε και ένα μήνυμα, δηλαδή πυρκαγιά, επιδρομή, κήρυξη πολέμου κ.α. Όταν ένα από τα γεγονότα αυτά συνέβαινε άναβε η πρώτη φωτιά της αλυσίδας ακριβώς την ώρα που σύμφωνα με το ρολόι αντιστοιχούσε το μήνυμα που έπρεπε να μεταδοθεί.
            Η σημασία του συστήματος αυτού δε βρίσκεται στην αλυσίδα των φρυκτωριών, αλλά στη δυνατότητα να μεταδίδει δώδεκα διαφορετικά μηνύματα, όσες δηλαδή και οι ώρες της ημέρας. Με το παραπάνω σύστημα, το αυτοκρατορικό επιτελείο στην Κωνσταντινούπολη μπορούσε να πληροφορηθεί για το τι συνέβαινε στο καίριας σημασίας ανατολικό μεθοριακό μέτωπο από μία έως το πολύ έντεκα ώρες. Αυτή η ταχύτητα μετάδοσης μηνυμάτων σε μεγάλες αποστάσεις ξεπεράστηκε μόλις το 19ο αιώνα με την ανακάλυψη του τηλέγραφου. Δυστυχώς, το σύστημα λειτούργησε για πολύ λίγο γιατί, όταν οι Άραβες κατέλαβαν την Ταρσό μερικές δεκαετίες αργότερα, κατέστρεψαν και το μηχανικό ρολόι της πόλης.

Επιμέλεια
Βαδράτσικας Χρήστος



0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου